in

Η μαγεία του Άγιου Βασίλη…

Mια όμορφη ιστορία που μας την έστειλε η φίλη μας η  Ντέπυ και τη δημοσιεύουμε.

Σε ευχαριστούμε, καλές γιορτές και να είσαι σίγουρη ότι πολλά παιδιά θα γίνουν οι βοηθοί του Αϊ Βασίλη,

όσο υπάρχει ο Βobby …

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ

Θυμάμαι την πρώτη μου Χριστουγεννιάτικη περιπέτεια με τη γιαγιά μου. Ήμουν ακόμα μικρό παιδάκι. Θυμάμαι που διέσχισα την πόλη με το ποδήλατό μου για να πάω να τη δω. Καθώς πηγαίναμε, η μεγαλύτερη αδερφή μου έριξε τη βόμβα: “Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης”, με κορόιδεψε. . “Ακόμα και οι χαζοί το ξέρουν αυτό”.

Η γιαγιά μου δεν ήταν ποτέ υπερβολικά εκδηλωτική. Έτρεξα σ’αυτήν επειδή ήξερα ότι θα είναι ειλικρινής μαζί μου. Ήξερα ότι η γιαγιά μου έλεγε πάντα την αλήθεια. Ήξερα επίσης ότι η αλήθεια κατέβαινε πιο εύκολα όταν την άκουγες μασουλώντας ένα από τα  “διάσημα” κουλουράκια κανέλας της γιαγιάς. Το ήξερα πως ήταν διάσημα, διότι μου το είχε πει η γιαγιά μου. Άρα, έπρεπε να είναι αλήθεια.

Η γιαγιά ήταν σπίτι, και τα κουλουράκια της ακόμα ζεστά. Καθώς έτρωγα, της τα διηγήθηκα όλα. “Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης;”, είπε περιφρονητικά. “Ανοησίες! Μην το πιστεύεις αυτό! Αυτή η φήμη κυκλοφορεί χρόνια τώρα, και με νευριάζει πάρα πολύ. Τώρα, πάρε το παλτό σου, και πάμε.”

“Πού; Πού θα πάμε, γιαγιά;”, τη ρώτησα. Δεν είχα ακόμα τελειώσει το δεύτερο διάσημο κουλουράκι μου.

Το “πού”, ήταν τελικά το κατάστημα Kerby, το μόνο μαγαζί στην πόλη μας που είχε λίγο απ’ όλα. Μόλις μπήκαμε μέσα, η γιαγιά μου μου έδωσε δέκα δολάρια. Ήταν αρκετά λεφτά εκείνη την εποχή. “Πάρε αυτά τα λεφτά”, μου είπε, “και πήγαινε να αγοράσεις κάτι για κάποιον που το χρειάζεται. Εγώ θα σε περιμένω στο αυτοκίνητο”.
Γύρισε και έφυγε από το κατάστημα.

Ήμουν μόνο οκτώ χρονών. Είχα πάει πολλές φορές για ψώνια με τη μητέρα μου, αλλά δεν είχα ποτέ ψωνίσει κάτι μόνος μου. Το κατάστημα έδειχνε μεγάλο, γεμάτο ανθρώπους που έτρεχαν να τελειώσουν τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια τους. Για λίγες στιγμές απλά στεκόμουν εκεί, μπερδεμένος, με τα δέκα δολάρια στο χέρι, και αναρωτιόμουνα τι να ψωνίσω και για ποιόν. Σκέφτηκα αυτούς που ήξερα: Την οικογένεια μου, τους φίλους μου, τους γείτονες, τα παιδιά στο σχολείο, τον κόσμο που ήξερα από την εκκλησία.

Δεν είχα πια ποιόν να σκεφτώ, όταν ξαφνικά θυμήθηκα τον Bobby Decker. Ήταν ένα αγοράκι με αναπνοή που μύριζε άσχημα και απεριποίητα μαλλιά, και καθόταν πίσω μου στη Δευτέρα τάξη, όπου είχαμε δασκάλα την κυρία Pollock. Ο Βobby Decker δεν είχε παλτό. Το ήξερα διότι ποτέ δεν έβγαινε για διάλειμμα το χειμώνα. Η μητέρα του πάντα έγραφε ένα σημείωμα για τη δασκάλα, λέγοντάς της ότι είχε βήχα, αλλά όλα τα παιδιά ξέραμε ότι δεν ήταν έτσι: Δεν είχε ένα γερό παλτό. Κράτησα το δεκαδόλαρο στο χέρι μου με ενθουσιασμό… Θα αγόραζα στον Bobby Decker ένα παλτό. Διάλεξα ένα κόκκινο, με κουκούλα. Έδειχνε πολύ ζεστό, και αυτό θα του άρεσε.”Είναι για δώρο;”, με ρώτησε με ευγένεια η ταμίας, καθώς της έδινα τα δέκα μου δολάρια. “Μάλιστα, κυρία”, της απάντησα ντροπαλά. “Είναι για τον Bobby”.

Της είπα όλη την ιστορία, και πόσο πολύ ο Bobby χρειαζόταν ένα παλτό, που δεν είχε. Δεν πήρα ρέστα, αλλά η κυρία έβαλε το δώρο μου σε μια σακούλα, μου χαμογέλασε και μου ευχήθηκε Καλά Χριστούγεννα.

Το ίδιο βράδυ, η γιαγιά μου με βοήθησε να τυλίξω το παλτό. Μια μικρή ετικέτα έπεσε εκείνη τη στιγμή από πάνω του και η γιαγιά μου τη μάζεψε και την έβαλε στη Βίβλο της. Βάλαμε Χριστουγεννιάτικο χαρτί περιτυλίγματος και κορδέλες. Η γιαγιά μου έγραψε: “Στον Bobby, από τον Άγιο Βασίλη”.

Η γιαγιά μου μου εξήγησε ότι ο Άγιος Βασίλης απαιτούσε μυστικότητα. Μετά, με πήγε με το αυτοκίνητο στο σπίτι των Decker, εξηγώντας μου στο δρόμο ότι, από δω και πέρα, ήμουν επίσημα και για πάντα ένας από τους βοηθούς του Άγιου Βασίλη.

Παρκάρισε λίγο μακριά από το σπίτι του Bobby, και μαζί, χωρίς να κάνουμε θόρυβο, πήγαμε και κρυφτήκαμε στους θάμνους μπροστά στο σπίτι του. Τότε, η γιαγιά με σκούντηξε  “Έλα, Άγιε Βασίλη”, ψιθύρισε. “Ώρα να πηγαίνεις”. Πήρα μια βαθιά αναπνοή, έτρεξα στην πόρτα, άφησα το δώρο, χτύπησα το κουδούνι και τρέχοντας γύρισα πίσω στην ασφάλεια των θάμνων και στη γιαγιά μου.

Μαζί περιμέναμε με ανυπομονησία στο σκοτάδι για ν’ ανοίξει η πόρτα. Τελικά άνοιξε, και είδαμε τον Bobby.

Πενήντα χρόνια δεν έχουν ξεθωριάσει τις στιγμές αυτές, που με αγωνία περιμέναμε με τη γιαγιά μου κρυμμένοι στους θάμνους του Bobby Decker. Εκείνη τη νύχτα, συνειδητοποίησα ότι αυτές οι απαίσιες φήμες για τον Άγιο Βασίλη ήταν ακριβώς αυτό που μου είχε πει η γιαγιά: Ανοησίες. Ο Άγιος Βασίλης υπήρχε, κι εμείς είμαστε μέλη της ομάδας του.
Ακόμα έχω τη Βίβλο της, με το καρτελάκι της τιμής που είχε πέσει τότε από το παλτό: Δολάρια 19,95.

Να έχετε πάντα αγάπη και να τη μοιράζεστε.
Να έχετε καλή υγεία και φίλους που σας νοιάζονται…
… και πάντα να πιστεύετε στη μαγεία του Άγιου Βασίλη.

Report

Από giorgos

Να σας συστηθώ: είμαι ο Γιώργος και όλα αυτά τα χρόνια, έχω «ξαναζήσει» τα παιδικά μου χρόνια ενώ έχω γνωρίσει γονείς με το ίδιο πάθος και αγάπη προς τα παιδιά!

Σχόλια

Leave a Reply
  1. πολυ ωραια ιστορια!ολοι μας λιγο πολυ καποια στιγμη μαθαινουνε πραγματα που δεν μας αραισουν αν και κατα βαθος τα υποψιαζομαστε γιατι πρεπει να μας την χαλουν την μαγεια αυτη.

  2. Πόσο όμορφες είναι οι παιδικές ψυχούλες! Η κόρη μου κοντεύει τα επτά και περιμένει με αγωνία τα Χριστούγεννα και τον Άγιο Βασίλη, εχθές ήρθε όλο χαρά, τα ματάκια της γεμάτα φως και προσμονή και μου είπε πως θέλει κι αυτή να κάνει ένα δώρο φέτος στον Άγιο Βασίλη, κάτι που θα φτιάξει μόνη της για να την θυμάται!

  3. Πολυ ωραια ιστορια Αυτές τις μέρες τα παιδιά και οι μεγάλοι έχουν ανάγκη απο ιστοριες που να τους ταξιδεψουν και ναγεμισουν την καρδια τους με ζεστασια. Με την κορη μου επιδη τις αρεσει να φτιαχνει παραμυθια αυτες τις μερες γραφουμε κατι και το διαβαζουμε όλοι μαζι μπροστα στο τζακι και είναι κατι μοναδικο

  4. τι όμορφη ιστορία!! θα αρέσει πολύ στα μικρά. έχουμε και τζάκι στο σπίτι, θα τους βάλω να κάτσουν δίπλα στη φωτιά, θα φτιάξω και κουλουράκια κανέλας και θα τους διαβάσω την ιστορία. Θα ξετρελαθούν!!!!

  5. ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ ΙΣΤΟΡΙΑ! ΘΑ ΤΗ ΔΙΑΒΑΣΩ ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ. ΣΑΣ ΣΤΕΛΝΩ ΚΙ ΕΓΩ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΦΤΙΑΞΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΚΡΗ. Η ΒΑΣΙΚΗ ΙΔΕΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ-ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ.
    Μια φορά και ένα καιρό ζούσαν ένας κόκκινος άντρας και μία κόκκινη γυναίκα σε ένα κόκκινο κόσμο όπου τα πάντα ήταν κόκκινα: Ο ήλιος, ο ουρανός, τα δέντρα, τα λουλούδια, οι δρόμοι, τα κτίρια, οι παιδικές χαρές, τα σπίτια, οι άνθρωποι. Κάποια στιγμή η κόκκινη γυναίκα έμεινε έγκυος και όλοι χάρηκαν πάρα πολύ και έκαναν σχέδια για το καινούργιο μωρό που θα ερχόταν στον κόσμο της κόκκινης γυναίκας και του κόκκινου άντρα.
    Ήρθε η μέρα που η γυναίκα θα γεννούσε. Ο άντρας πήρε το κόκκινο αυτοκίνητο και πήγαν όλοι στο κόκκινο μαιευτήριο. Η κόκκινη γυναίκα μπήκε σε ένα κόκκινο δωμάτιο μαζί με έναν κόκκινο γιατρό και δύο κόκκινες νοσοκόμες και ο κόκκινος άντρας περίμενε έξω από το δωμάτιο μαζί με τον κόκκινο παππού και την κόκκινη γιαγιά. Είχαν όλοι μεγάλη αγωνία.
    Μετά από πολύ ώρα βγήκε μία νοσοκόμα κρατώντας ένα μωρό στην αγκαλιά της. Φώναξε τον κόκκινο άντρα. Ο άντρας πήγε με αγωνία κοντά της.
    « Το μωρό σας» του είπε. Κι εκείνος έσκυψε να το δει.
    Μα ………. προς μεγάλη του έκπληξη ………. το μωρό δεν ήταν κόκκινο. Ήταν πράσινο!
    Μα πώς; Δεν είναι δυνατόν! Πώς έγινε αυτό;
    Όλοι κατέβασαν τα πρόσωπά τους και δεν μιλούσαν. Είχαν στενοχωρεθεί πολύ.
    ………Πέρασαν μερικές ημέρες και η κόκκινη μαμά βγήκε από το νοσοκομείο. Ο κόκκινος μπαμπάς πήγε να την πάρει με το κόκκινο αυτοκίνητο. Πήραν μαζί και το πράσινο μωρό και πήγαν σπίτι. Ήταν πολύ σκεπτικοί.
    Ο κόκκινος μπαμπάς και η κόκκινη μαμά συζήτησαν πολύ και συμφώνησαν ότι δεν τους πειράζει που το μωρό δεν είναι κόκκινο. Είναι το δικό τους μωρό που το περίμεναν να γεννηθεί με τόση ανυπομονησία και θα το αγαπούν πολύ, μα πάρα πολύ.

    Το παραμύθι τελειώνει με τρεις διαφορετικούς τρόπους:
    Διασκευή 1: Οι κόκκινοι γονείς του πράσινου μωρού αγάπησαν τόσο πολύ το μωρό και το φρόντιζαν τόσο πολύ που λόγω της μεγάλης αυτής αγάπης και φροντίδας που του έδειχναν έγινε κόκκινο!
    Διασκευή 2: Οι κόκκινοι γονείς έψαξαν στην πόλη και ανακάλυψαν ότι υπήρχαν και άλλοι γονείς με πράσινα μωρά και γνωρίστηκαν και έφτιαξαν όλοι μια ωραία παρέα.
    Διασκευή 3: Λόγω της μεγάλης προσοχής, φροντίδας και αγάπης που έδειχναν οι κόκκινοι γονείς στο μωρό τους, το πράσινο μωρό όταν μεγάλωσε έγινε ένα τόσο καλό και πρόσχαρο παιδάκι που κανείς δεν πρόσεχε ότι δεν ήταν κόκκινο και ζούσε αρμονικά με τους υπόλοιπους κόκκινους ανθρώπους στον κόκκινο κόσμο.

    (Ένα σχόλιο που έκανε η μικρή που προσφάτως της ξαναθυμήσαμε το παραμύθι ήταν ότι δεν πειράζει που το μωρό είναι πράσινο, θα του βάλουν μακιγιάζ και θα γίνει κόκκινο.)

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Comments

0 comments